σκαμπίλι

σκαμπίλι
τό
1) «скабили» (карточная игра); 2) колода карт (для скабили) 3) туз или тройка (из колоды скабили); 4) пощёчина, оплеуха;

τρώγω σκαμπίλι — получать пощёчину, оплеуху


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "σκαμπίλι" в других словарях:

  • σκαμπίλι — σκαμπίλι, το και σκαμπίλα, η (λ. γαλλ.) 1. χτύπημα στο πρόσωπο με την παλάμη: Του δωσε δυο σκαμπίλια για να κάτσει φρόνιμα. 2. είδος χαρτοπαίγνιου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκαμπίλι — το, Ν 1. ηχηρό ράπισμα, χτύπημα που δίνεται με την παλάμη στο πρόσωπο και κυρίως στο μάγουλο, χαστούκι, κόλαφος 2. είδος χαρτοπαιγνίου που παίζεται από δύο ή περισσότερους παίκτες και με δεσμίδα από εικοσιοκτώ ή τριανταέξι τραπουλόχαρτα 3. συνεκδ …   Dictionary of Greek

  • σκαμπίλα — η, Ν δυνατό χαστούκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκαμπίλι + μεγεθ. κατάλ. α (πρβλ. κεφάλ α)] …   Dictionary of Greek

  • σκαμπιλίζω — Ν [σκαμπίλι] μτφ. δίνω σκαμπίλια σε κάποιον, χτυπώ κάποιον με την παλάμη στο πρόσωπο, χαστουκίζω, ραπίζω …   Dictionary of Greek

  • σφαλιάρα — η, Ν ισχυρό ράπισμα στο πρόσωπο, χαστούκι, δυνατό σκαμπίλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. sfagliaro] …   Dictionary of Greek

  • φούσκος — ο, Ν 1. ισχυρό ράπισμα, χαστούκι, σκαμπίλι 2. ναυτ. σφαιρικό κατασκεύασμα, το περίβλημα τού οποίου αποτελείται από πλέγμα σχοινιών, ενώ το εσωτερικό του από στυπία και συμπιεσμένα ράκη και το οποίο αναρτάται από το περιτόναιο τού σκάφους… …   Dictionary of Greek

  • χαστούκι — το, Ν 1. ισχυρό ράπισμα με την παλάμη, σκαμπίλι 2. μτφ. μεγάλη απογοήτευση ή μεγάλη αποτυχία («έφαγε πολλά χαστούκια στη ζωή του»). [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

  • μπάτσα — η μπάτσος, χαστούκι, σκαμπίλι: Με ειρωνεύτηκε και του έδωσα μια μπάτσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»